Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2014

Αν Σέξτον - Το είδος της



Λίγο πριν μας φύγει ο χρόνος, θα'θελα να αφιερώσω τις τελευταίες μέρες του 2014 στην Αμερικανίδα ποιήτρια Αν Σέξτον, που φέτος συμπληρώνονται 40 χρόνια από το θάνατό της. Η όμορφη Αμερικανίδα με το μονίμως αναμμένο τσιγάρο στα δάχτυλα της, έπειτα από τον πρώτο εγκλεισμό της σε ψυχιατρική κλινική, ξεκινάει να γράφει ποίηση για να ζήσει. Η ποίησή της έντονη- λεπίδα που δεν αφήνει περιθώρια λάθους: την Σέξτον είτε την λατρεύεις, είτε την απεχθάνεσαι. Ακόμα και η ίδια ήταν εγκλωβισμένη σε έναν ατέρμονο δίπολο: "Ζήσει ή Πέθανε" (κέρδισε το Πούλιτζερ για τη συλλογή της αυτή το 1967), ποιήτρια ή νοικοκυρά, άσπρο ή μαύρο... Ευφυΐα, σκληρότητα, αναμνήσεις και απωθημένα πάνω στο χαρτί. 
Αυτοκτόνησε σε ηλικία 46 ετών, τον Οκτώβρη του 1974. 



Βγήκα, δαιμονισμένη μάγισσα,
στοιχειώνοντας τον μαύρο αέρα, πιο τολμηρή τη νύχτα
Πετώ πάνω από σπίτια φτωχικά, σκέφτομαι το κακό,
πάω από φως σε φως.
Πλάσμα μοναχικό, δωδεκαδάχτυλο, τρελό.
Μια τέτοια γυναίκα δεν είναι ακριβώς γυναίκα.
Έχω υπάρξει ον του είδους της.

Βρήκα τις ζεστές σπηλιές στο δάσος,
τις γέμισα με κατσαρολικά, κουζινομάχαιρα και ράφια,
ντουλάπια και μεταξωτά, αμέτρητα αγαθά.
Μαγείρευα για τα σκουλήκια και τα ξωτικά.
Γκρίνιαζα, έβαζα τα πάντα πάλι σε σειρά.
Μια τέτοια γυναίκα την παρεξηγούν.
Έχω υπάρξει ον του είδους της.

Ανέβηκα στην άμαξά σου, οδηγέ,
κούνησα τα γυμνά μου μπράτσα στα χωριά που προσπερνούσα,
έμαθα όλες τις λαμπρές, ύστατες διαδρομές,
επέζησα εκεί που οι φλόγες σου ακόμα γλύφουν τον μηρό μου,
εκεί όπου περνούν οι ρόδες σου κι ακόμα σπάνε τα πλευρά μου.
Μια τέτοια γυναίκα δεν ντρέπεται να πεθάνει.
Έχω υπάρξει ον του είδους της.


Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014

Ν. Ματβέγεβα - Η αποστολή




Ο ποιητής που είναι άφωνος όταν τα γεγονότα τρέχουν
— Αλλά μετά απ’ το συμβάν βγάζει φωνή — πόσο ρεζίλη είναι αγνοεί.
Ο ποιητής όχι να καθρεπτίζει , αλλά ο ίδιος πρέπει να προβληματίζει,
Όχι να ψάλλει το συμβάν, αλλά να πράττει, ήρθε, να αναβοεί,
Και στην ουρά της ιστορίας να στριμωχθεί, δεν του αρμόζει.
Μετά από τα γεγονότα ο στίχος ποιόν μπορεί να σώσει;
Του ποιητή αποστολή είναι να διευθύνει τον ουρανό των λέξεων σαν Δίας,
Είναι των ιδεών ο κινητήρας και της αδύναμης ψυχής είναι μεσσίας.
Για πέστε μου παρακαλώ; Τι θα πει αυτό, να καθρεφτίζει;
Ο ποιητής δεν είναι λίμνη με τα νούφαρα, να αντικατοπτρίζει,
Είναι ο πόνος και το μίσος, είναι ελπίδα φωτεινή.
Η ανθρωπότητα που έβαλε τον ποιητή στα νώτα,
Μοιάζει στρατό που έχει τον σημαιοφόρο πίσω αντί πρώτο,
Και με τυμπανιστή σταλμένο στην οπισθοφυλακή.

(Πηγή)


Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2014

Ντ. Τόμας - Τη νύχτα ονειρεύονται



Πρώτη Φωνή
(Πολύ σιγανά)

Για ν’ αρχίσουμε απ’ την αρχή.  Είναι άνοιξη.  Αφέγγαρη η νύχτα στη μικρή πόλη, χωρίς αστέρια, βιβλικά μαύρη.  Πέτρινοι σιωπηλοί δρόμοι και το δάσος καμπούρικο με τους ερωτευμένους, τους λαγούς, αθέατο κατεβαίνει κούτσα – κούτσα ως τη μαύρη – κορόμηλο, μαύρη – κοράκι, την ελαφροκυματούσα θάλασσα με τις ψαρόβαρκες.
Τα σπίτια είναι τυφλά σαν τους τυφλοπόντικες (αν κι αυτοί βλέπουν καλά τη νύχτα μεσ’ απ’ τις βελούδινες τρύπες τους, ξεμυτίζοντας), τυφλά σαν τον Καπετάν – Γάτο εκεί στη μέση κοντά στη βρύση και το ρολόι της πόλης, τα κατάκλειστα μαγαζιά, το Ίδρυμα Κοινής Ωφελείας μαυροφορεμένο στο σκοτάδι.  Η νανουρισμένη , βουβαμένη πολιτεία με τους ανθρώπους της κοιμάται τώρα.
Σ…σ…σ… τα μωρά κοιμούνται, οι γεωργοί, οι ψαράδες, οι έμποροι, οι συνταξιούχοι, ο τσαγκάρης κοιμάται, ο δάσκαλος, ο ταχυδρόμος, ο ταβερνιάρης, ο νεκροθάφτης, και η ζωηρή του χωριού, ο μέθυσος, η ράφτρα, ο παπάς, ο αστυνόμος, η γυναίκα με τα μύδια και τα παππίσια πόδια και οι ταχτικές νοικοκυρές.
Τα νέα κορίτσια στα μαλακά κρεβάτια γλιστρούν στ’ όνειρό τους ως το δάσος που αντηχεί σαν εκκλησιαστικό όργανο, γλιστρούν με δαχτυλίδια και προικιά κι είναι οι πυγολαμπίδες που κρατούν την ουρά της νυφης.  Τ’ αγόρια κάνουν πονηρά όνειρα, καβαλικεύουν τ’ αδάμαστα άτια της νύχτας ή αλωνίζουν κουρσεμένες θάλασσες.  Ανθρακίτης τα σώματα των αλόγων κοιμισμένα στα λιβάδια, οι αγελάδες στους σταύλους, οι σκύλοι στις αυλές μ’ υγρές μουσούδες.  Κι οι γάτες λαγοκοιμούνται στις γωνιές ή με πονηρές δρασκελιές, σαν αστραπή χώνονται στο σύννεφο το μοναδικό της στέγης.
Μπορείς ν’ ακούσεις τη δροσούλα να πέφτει και την πόλη σε σιγή ν’ ανασαίνει.  Μόνο τα δικά σου μάτια μένουν ανοιχτά και βλέπουν τη μαύρη πολιτεία βυθισμένη, τυλιγμένη σε ύπνο αργό.  Και μόνο εσύ μπορείς ν’ ακούσεις την αόρατη πτώση των άστρων, τη θάλασσα στην πιο σκοτεινή της στιγμή, την πριν απ’ την αυγή·

(Απόσπασμα)

«Κάτω απο το γαλατόδασος» (ένα έργο για φωνές)
Μτφρ. Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ


Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2014

Τα Χριστούγεννα του Σαχτούρη...


Ιδού μια διαφορετική προσέγγιση πάνω σε ένα τόσο παραδοσιακό θέμα: 



ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 1943

Οι γιορτινές μέρες πυκνοκατοικημένες
γυναίκες αγκαλιάζουν πράσινα κλωνιά δεν κλαίνε
κι ο γέρος εθνικός κήπος κουβαλάει στις πλάτες του
τρεις πεθαμένους κύκνους  
και τα παιδιά πετάνε ψίχουλα στον ουρανό
οι γιορτινές μέρες έχουν ένα λείο πρόσωπο
ένα μικρό Χριστό στο κάθε δάκρυ της λησμονημένης
ένα αρνάκι μια σταλιά στις παγωμένες της παλάμες
ένα πουλί αστέρινο καρφίτσα στα μαλλιά της.


Ο ΝΕΚΡΟΣ ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ

Εδώ και πολλά χρόνια
σαν πλησιάζουν τα Χριστούγεννα
(αυτός) ο νεκρός γεννιέται μέσα μου
δε θέλει δώρα
δε θέλει χρήματα
πάγο και χρόνια
χιόνια και πάγο
σκισμένα ρούχα
αχνά παπούτσια
ο χρυσός νεκρός
θα βγει έξω
δεν τον γνωρίζει κανένας
τον αλήτη νεκρό
θα κάτσει στο πικρό καφενείο
να πιεί τον καφέ του
κι ύστερα πάλι
σε λίγες μέρες
ήσυχα θα πεθάνει
(ο νεκρός)

όταν έρθει ο χρόνος

κι όλες οι ρόδες
κόκκινες όπως πρώτα
θα γυρίζουν πάλι.


ΤΑ ΛΥΠΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

Στην Ελένη Θ. Κωνσταντινίδη

Είναι τα λυπημένα Χριστούγεννα 1987
είναι τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987
ναι, τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987!
σκέπτομαι τόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα...
Α! ναι είναι πάρα πολλά.
Πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Διονύσιος Σολωμός
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Νίκος Εγγονόπουλος
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Μπουζιάνης
πόσα ο Σκλάβος
πόσα ο Καρυωτάκης
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα
πέρασε ο Σκαλκώτας
πόσα
πόσα
Δυστυχισμένα Χριστούγεννα των Ποιητών.


ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 1948

Σημαία
ακόμη
τα δόκανα στημένα στους δρόμους
τα μαγικά σύρματα
τα σταυρωτά
και τα σπίρτα καμένα
και πέφτει η οβίδα στη φάτνη
του μικρού Χριστού
το αίμα το αίμα το αίμα
εφιαλτικές γυναίκες
με τρυφερά κέρινα
χέρια
απεγνωσμένα
χαϊδεύουν
βόσκουν
στην παγωνιά
καταραμένα πρόβατα
με το σταυρό
στα χέρια
και το τουφέκι της πρωτοχρονιάς
το τόπι
ο σιδερόδρομος της λησμονιάς
το τόπι του θανάτου





Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014

Πόλεμος, ποίηση και ειρήνη



Δεν υπήρχαν ποτέ στην ιστορία ποιητές, άξιοι λόγου τουλάχιστον, που να είναι αφιερωμένοι σε ένα μόνο θέμα: ποιητές του πολέμου π.χ., ή της ειρήνης. Οι ποιητές έγραφαν για τον πόλεμο ή για την ειρήνη, όπως έγραφαν για όλα τα άλλα πράγματα, ανάλογα με την ευαισθησία, την τεχνική και την οπτική τους γωνία. Οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι ποιητές εγκωμίαζαν με τους στίχους τους τις νίκες των κρατών τους, το θάρρος των στρατιωτών ή τη δειλία τους.

Θρήνοι και ιαχές

Οι παλαιοί Σάξωνες και οι Σκανδιναβοί ποιητές αποδέχονταν τον χαμό σαν κάτι αναπόφευκτο στον αγώνα για επιβίωση ή υστεροφημία. O πολύτροπος και χαμελαιοντικός Σαίξπηρ άλλοτε βλέπει τον πόλεμο με συμπόνοια και οργή, από την πλευρά των θυμάτων και άλλοτε σαν το αναπόφευκτο βάθρο, όπου πάνω του υψώνεται η μεγαλοσύνη των ηγετών. Αυτό δε σημαίνει ότι έπλεαν στη σχετικότητα κατευθυνόμενοι πότε από εδώ και πότε από εκεί, φυσημένοι από την πνοή του ταλέντου τους και μόνο. Είχαν ηθική συνείδηση, όπως δείχνουν οι στίχοι του Τσόσερ, οι εμπνευσμένοι από τον Εκατονταετή Πόλεμο μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας (1337-1453), του Κόλριτζ για τους φόβους της εισβολής στην Αγγλία, μετά το 1798, και κυρίως όπως το φανερώνουν οι στίχοι του κορυφαίου Ουόλτ Γουίτμαν για τον αμερικανικό εμφύλιο, στη δεκαετία του 1860. Ομως, θα νόμιζε κανείς ότι η οξυμένη, ηθική συνείδηση για τα δεινά του πολέμου, είναι προνόμιο των νεώτερων που ανδρώθηκαν μέσα σε πολιτικά, πιο πολύπλευρες κοινωνίες της Ευρώπης. Ομως, δεν είναι έτσι απλά. Μια ενδιαφέρουσα, γιατί συνάδουσα με το πνεύμα των καιρών, ανθολογία που κυκλοφόρησε πρόσφατα με τίτλο «101 ποιήματα εναντίον του πολέμου» (επιμ. Μάθιου Χόλις και Πολ Κίγκαν, εκδ. Φέιμπερ, 8,99 στερλίνες), δείχνει ότι και μοντέρνοι ποιητές, μέσα στην πολυφωνία τους θαυμάζουν και δοξολογούν πολεμικά κατορθώματα, όπως άλλωστε και ο Ουόλτ Γουίτμαν τις νίκες των Δημοκρατικών στον αμερικανικό εμφύλιο. Τούτο το βιβλίο, όμως, καταδείχνει και κάτι άλλο, ίσως πιο σημαντικό, που εμπεριέχεται στη λέξη «μοντέρνοι». Αυτή η λέξη, σε αντίθεση με τη λέξη «σύγχρονοι», σημαίνει εκείνους τους καλλιτέχνες που δεν υπήρξαν μόνο σύγχρονοι θεματικά, αλλά και μοντέρνοι τεχνοτροπικά. Δεν άλλαζαν μόνο θέματα, αντλώντας από τη σύγχρονη ζωή, αλλά μίλησαν σύγχρονα, επεμβαίνοντας στο λεξιλόγιο, τη γραμματική και το συντακτικό της γλώσσας τους. Αυτό τους έκανε μοντέρνους. Τούτο παρατηρείται, καθώς γράφει ο Αγγλος δαφνοστεφής ποιητής Αντριου Μόσιον στη «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς», προς το τέλος του A΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μέσα στη λασπωμένη φρίκη και τα πτώματα του Δυτικού Μετώπου. Ποιητές σαν τον Ουίλφρεντ Οουεν, τον Σίγκφριντ Σασούν, τον Αϊβορ Γκέρνι, τον Αϊζαακ Ρόζενμπεργκ μαζί με άλλους, άρχισαν να γράφουν με τρόπους αμφισβητικούς, όχι μόνο του ίδιου του πολέμου, αλλά και των κυρίαρχων ποιητικών τρόπων και ορθοδοξιών. Το «γλυκύ και κόσμιον θανείν υπέρ πατρίδος» έγινε «το παλιό εκείνο ψέμα» και κατ' επέκτασιν, μεταμορφώθηκε και η στάση του ποιητή απέναντι στον πόλεμο. Σχολιάζοντας τα ποιήματά του που δεν έμελλε να ζήσει για να δει δημοσιευμένα, ο Ουίλφρεντ Οουεν έγραφε ότι «δεν μιλούν για ανδραγαθήματα, τόπους, κλέος, τιμή, κυριάρχηση και δύναμη. Μιλούν για τον πόλεμο και την οδύνη του πολέμου. Το θέμα δεν είναι η δοξολόγηση ατομικών πράξων θάρρους ή μνημείωση αδικοχαμένων (μολονότι μπορεί αυτά να είναι τα κύρια που θίγονται)? θέμα είναι να μην ηρωοποιηθεί ο πόλεμος». Και συνέχιζε λέγοντας ότι «αυτό που μπορεί να κάνει σήμερα ο ποιητής» είναι να υπενθυμίσει και να προειδοποιήσει. Γι' αυτό οι αληθινοί ποιητές πρέπει να είναι ειλικρινείς».

Το αξίωμα τούτο παρέμεινε απαρασάλευτο ακόμη και σε δίκαιους πολέμους που ακολούθησαν, όπως κατά του Χίτλερ. Στα ποιήματα λ.χ. του Κιθ Ντάγκλας γραμμένα στη διάρκεια της βορειοαφρικανικής εκστρατείας στον B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μπορεί να βλέπει κανείς μια φαινομενική αμεριμνησία, από κάτω όμως αλάθητα ακούει την οιμωγή για τον πόνο, το ξόδεμα, τον θάνατο. Το ίδιο ισχύει και για κατοπινά ποιήματα με το Ολοκαύτωμα, το Βιετνάμ, τον πόλεμο του Κόλπου. Συστατικά στοιχεία των πιο αληθινών από αυτά είναι η «ειλικρίνεια» και η «συμπόνια». Φυσικά είναι και το σοκ που προκαλούν, πράγμα που οφείλεαι στην «ειλικρίνεια», αλλά μαζί συνοδεύεται και από την έκπληξη η οποία προέρχεται από τη «συμπόνια». H σύμμειξη των δύο οφείλεται στο εξής: ότι οι ποιητές δεν αντιδρούν μόνο στη φυσική και αναπόφευκτη πίεση που ασκεί ο πόλεμος πάνω σε κάθε άνθρωπο αλλά απέναντι και στην εμπειρία του πολέμου γενικά.

Στους ποιητές τούτης της ανθολογίας, βλέπει κανείς κάτι που λίγο και σπάνια συναντά στην προηγούμενη ποίηση την ευρωπαϊκή τουλάχιστον, γιατί στην παλιά, κινεζική ποίηση τα πράγματα είναι διαφορετικά. Και αυτό είναι ότι οι ποιητές ακόμη και όταν είναι εστιασμένοι στα ποιήματά τους, σε συγκεκριμένες φρίκες, τη σφαγή του Μάι Λάι π.χ. στο Βιετνάμ, αυτό στο οποίο προσβλέπουν, υψώνοντας το βλέμμα δεν είναι να σταματήσει μόνο αυτή η φρίκη, αλλά να σταματήσει η φρίκη γενικά και να επικρατήσει η ειρήνη γενικά: προσβλέπουν στην παγκόσμια ειρήνη. Από αυτήν την άποψη και ανεξάρτητα από το ύψος του καθενός ποιήματος, η ποίηση αυτή είναι κάλεσμα ανθρωπιάς. Και το γεγονός ότι η ανθολογία εμφανίζεται τώρα, μέσα σε αυτήν την ατμόσφαιρα, την κάνει αξιότιμη και επίκαιρη.

Τα ανθρώπινα αισθήματα

Γιατί; Γιατί υπενθυμίζει όπως λέει ο Οουεν ότι η ποίηση μεταδίδει την ένταση των ισχυρότερων και αληθινότερων, ανθρώπινων αισθημάτων σε στιγμές κρίσης. Στην προκειμένη περίπτωση, φέρει τον αναγνώστη ενώπιον της φρίκης του πολέμου και δείχνει ότι είναι έγκλημα να σηκώνει ο ένας τα όπλα εναντίον του άλλου.



Μιας και αναφέρθηκε το άρθρο στον Σ, Σασσούν, παρακάτω ακολουθεί ένα ποίημά του γραμμένο για την τραγωδία και την αλόγιστη θυσία της ανθρώπινης ζωής κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. 


ΕΠΙΘΕΣΗ

Στο χάραμα προβάλλει η κορυφογραμμή, πελώρια τεφρή
Μέσα στο αλύπητο του ήλιο πορφυρό πλάγιο βλέμμα
Και σιγοκαίει καθώς τουλίπες του καπνού αναδεύονται και κρύβουν
Την πληγωμένη απειλητική πλαγιά- το ένα μετά το άλλο τ'άρματα
Σερνάμενα σκαμπανεβάζουν προς το συρματόπλεγμα.
Ουρλιάζει ο φραγμός του πυροβολικού και χάνεται.
Ήρθε η στιγμή- αδέξια κορμιά σκυφτά από το βάρος
Χειροβομβίδες, όπλα, φτυάρια κι εξαρτύσεις φορτωμένα,
Σπρώχνονται, σκαρφαλώνουν για ν'ανταμώσουν της φωτιάς τα βέλη.
Γραμμές σταχτιές, πρόσωπα λιγομίλητα που τα σμιλεύει ο φόβος
Αφήνουν το χαράκωμα, το παραπέτο δρασκελίζουν
Και στο ρολόι του χεριού κυλάει ο χρόνος βιαστικός κι ανέκφραστος
Και η ελπίδα, με την κλεφτή ματιά και τη γροθιά σφιγμένη
Βουλιάζει μες στη λάσπη.
Ας ήταν να δοθεί ένα τέλος, Παναγιά μου! 

(Σασσούν, 1918)



Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2014

Γ. Β. Μακρής - ΒΙΑΘΑΝΑΤΟΣ Ή ΧΡΟΝΟΝΟΣ




εις Ζωήν – Ελοϊζίαν Βαλαωρίτη
(Αθήνα, 1964)


Τρελλή ζωή
Σκληρή ζωή
Ζωή με τον πατέρα
Σκατοζωή
Ζωή πεζή
Μεγάλη ζωή
Περιπετειώδης ζωή
Χαμοζωή
Ζωή να΄χεις
Ζωή Καρέλλη
Μοναχική ζωή
Ερωτική ζωή
Στερημένη Ζωή
Ζωή παράξενη
Πολεμική ζωή
Ζωίτσα Κουρούκλη
Κρυφή ζωή
Εμπορική ζωή
Ζωή χαμένη
Κενή ζωή
Ηρωική ζωή
Ανθρώπινη ζωή
Συζυγική ζωή
Νοήμα της ζωής
Βρεφική ζωή
Ζωή χωρίς νόημα
Αστική ζωή
Ζωή στο Μεξικό
Φιλοσοφική ζωή
Φυτική ζωή
Βασιλική ζωή
Ζωή και Τέχνη
Κλεμμένη Ζωή
Ζωή στο διάστημα
Ζωή ονειρώδης
Κοινωνική ζωή
Ζωή θρησκευτική
Καθημερινή ζωή
Ξένος στη ζωή
Κινηματογραφική ζωή
Δημοκρατική ζωή
Εγκληματική ζωή
Ζωή σε εσάς
Εύθυμη ζωή
Πνευματική ζωή
Λαμθασμένη ζωή
Μεθυσμένη ζωή
Ζωή χαώδης
Αθλητική ζωή
Ποιητική ζωή
Ζωή μαλακισμένη
Ζωή ζωέμπορου
Διπλή ζωή
Ψυχική ζωή
Έκλυτος Βίος
Καθιστική ζωή
Ζωή εμποδισμένη
Ζωή Θανάτου
Ζωή Καραβίδα
Ζωή βασανισμένη
Ένοχη ζωή
Σεξουαλική ζωή
Πεθαμένη ζωή
Πολιτική ζωή
Γλυκιά ζωή
Τυχοδιωκτική ζωή
Σκυλίσια ζωή
Στρατιωτική ζωή
Χριστιανική ζωή
Ζωή του αυτόχειρος
Οργιαστική ζωή
Ζωή και επιστήμη
Ζωή και κότα
Ζωή ζωώδης
Επαναστατική ζωή
Θλιβερή ζωή
Ζωή είν΄αυτή;



Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2014

Μ. Κουμανταρέας - Τα Μηχανάκια (απόσπασμα)


Ας είναι κι έτσι... Έστω και τώρα. 


Την άλλη μέρα ξύπνησε πρωί, ελαφρύς σαν πούπουλο. Πλύθηκε, ντύθηκε, άρπαξε μια φέτα βουτυρωμένο ψωμί και χύθηκε στους δρόμους. Περπάτησε με το κεφάλι ψηλά, χαμογέλασε στο φούρναρη που τον καλημέρισε κι έστειλε στον κουρέα του ένα φιλικό χαιρετισμό - γρήγορα θα τον είχε πάλι πελάτη. Βάδισε κάμποσο, ώσπου βγήκε στη λεωφόρο. Τα δέντρα εκεί πρασίνιζαν, κουρεμένα και φυτεμένα με τάξη πάνω στο πεζοδρόμιο, κρατώντας το ένα τον ώμο τ' αλλουνού, σαν στοιχισμένοι μαθητές την ώρα της γυμναστικής. Χάρηκε που ο δρόμος στις γωνιές δεν είχε αποθηκέψει σκουπίδια. Φαντάστηκε τους σκουπιδιάρηδες άγγελους να δροσίζουν το πρόσωπο της πολιτείας με φρέσκο ποτιστικό νερό. Το φως της μέρας ήταν πεντακάθαρο, λες και το είχαν αλλάξει σήμερα. Περνούσε πάνω στο μάγουλο του δρόμου σαν ακονισμένο ξυράφι. Τ' αυτοκίνητα φαρδιά, με καλογυαλισμένα φτερά και συντηρημένες λαμαρίνες, κυλούσαν πάνω στην άσφαλτο χωρίς να την πληγώνουν. Κι ο τροχαίος* στη μέση του δρόμου με την κολλαρισμένη στολή του, το κράνος του που φεγγοβολούσε, φαινόταν να πιάνει τ' αυτοκίνητα από μιαν αόρατη κλωστή. Ως κι οι κοπέλες ήταν διαφορετικές σήμερα, ξυπνημένες θαρρείς από ύπνο θανάτου που τις είχε σκεπάσει με καινούριο πρόσωπο. Τ' αγόρια είχαν παντελόνια στην τρίχα κι έναν αέρα αυτοπεποίθησης. Άλλοι κρατούσαν την τσάντα του σχολείου, κι άλλοι τα σύνεργα της δουλειάς· οι εργάτες το κολατσό τους τυλιγμένο σε μια πετσέτα. Κι οι γέροι είχαν έναν τρόπο να τον κοιτάζουν λες κι ακόμα θυμόντουσαν πως είχαν περάσει από νέοι. Ο Αναστάσης πήδησε σ' ένα λεωφορείο. Χαμογέλασε στον εισπράχτορα που του έκοψε εισιτήριο και του έδωσε μια θέση που περίσσευε. Απ' το παράθυρο τα σπίτια, με τα σεντόνια γεμάτα ύπνο ακόμα, έφευγαν προς τα πίσω. Ο ήλιος τα τίναζε με τις άταχτες αχτίδες του. Ένα μικρό αγόρι φάνηκε να κυνηγά το λεωφορείο. Όχι για να το προφτάσει στη στάση, μα για να πηδήξει στον προφυλακτήρα. Όταν κατόρθωσε να το φτάσει και να κρεμαστεί, ο εισπράχτορας σηκώθηκε από τη θέση του και του χτύπησε θυμωμένα το τζάμι. «Μπρος, δίνε του». Το παιδί έμεινε για λίγο κοιτάζοντας τον εισπράχτορα. Τα χέρια του ήταν πολύ λιγνά, το πρόσωπό του χλομό, κρατιόταν με κόπο. Έπειτα έβγαλε στον εισπράχτορα τη γλώσσα του. Την ίδια στιγμή, τρομαγμένο, άφησε τα χέρια του να ξεφύγουν και πήδησε χάμω. Ο Αναστάσης είδε το αγόρι να χάνεται στη στροφή του δρόμου. Είχε ακόμα μπρος στα μάτια του τα χέρια του, λιγνά, που πάλευαν να κρατηθούν. Κατέβηκε στην επόμενη στάση. Περπάτησε κοιτάζοντας τα σπίτια και τους αριθμούς. Ύστερα στάθηκε μπροστά σε μια είσοδο μεγάρου. Διάβασε μια ταμπέλα με κεφαλαία ξεθωριασμένα: ΓΡΑΦΕΙΟΝ ΕΥΡΕΣΕΩΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ. Δίστασε, έπειτα προχώρησε, μπήκε κι άρχισε ν' ανεβαίνει τις σκάλες. Ήταν ατέλειωτες να τις ανεβεί κανείς, μα του άρεσαν. Του άρεσε καθετί που ψήλωνε, που τον ανέβαζε. Όπως τα γράμματα στην αρχή μιας ταινίας. Έφτασε στο έβδομο πάτωμα, έψαξε, ρώτησε, τέλος χτύπησε μια πόρτα. Επειδή δεν πήρε απάντηση, άνοιξε και γλίστρησε αθόρυβα στο εσωτερικό. Στο βάθος της κάμαρης μια κοπέλα έγραφε στη γραφομηχανή. Ούτε που σήκωσε τα μάτια της πάνω του. Έγραφε σαν υπνωτισμένη. Χρειάστηκε να πάει να σταθεί πολύ κοντά της για να τόνε δει. Είχε δυο μάτια κλουβισμένα* σε χοντρούς φακούς, που έμοιαζαν ν' αποστειρώνουν το φως. Σαν δυο ψάρια μέσα στη γυάλα τους. Ύστερα η μηχανή έπαψε απότομα. «Μια στιγμή παρακαλώ». Άνοιξε την πόρτα του διπλανού γραφείου και χώθηκε μέσα. Ξαναγύρισε σχεδόν αμέσως και του είπε με την ίδια απαράλλαχτη φωνή, που έμοιαζε τυπωμένη σε κορδέλα μαγνητοφώνου.*«Περιμένετε παρακαλώ. Ο κύριος Διευθυντής είναι απησχολημένος». Ξανάπιασε το γράψιμο. Τα μάτια της δεν κοίταζαν καθόλου τα πλήκτρα. Ήταν από τις τυφλές δακτυλογράφους.* Ο θόρυβος της μηχανής είχε αποκτήσει τώρα μιαν ένταση και μια πυκνότητα, σα να στριφογύριζε κανένα ελικόπτερο πάνω από το κεφάλι του Αναστάση. Άθελά του χαμήλωσε για να προστατευθεί. Έπεσε σε μια καρέκλα. Προσπάθησε να κρατηθεί ακίνητος, μα κάθε φορά που η κοπέλα πατούσε κανένα πλήκτρο δυνατότερα, τα πόδια του έφευγαν προς τα μπρος, σα να τα βαρούσε κανένας γιατρός με σφυράκι. Ήθελε να τη διακόψει, να της πει πως δεν πείραζε που ο Διευθυντής ήταν απασχολημένος, και ότι θα μπορούσε να ξαναπεράσει. Κι αύριο μέρα ήταν. Μα δεν έβρισκε τρόπο να της μιλήσει. Επειδή δεν μπορούσε να μιλά, να κάθεται ακίνητος, να περιμένει, σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο. Ήταν ένα στενό, δυτικό παράθυρο. Έσκυψε να δει κάτω και ζαλίστηκε. Τον χώριζαν από το έδαφος εφτά ψηλά, θεόρατα πατώματα. Ο αστυφύλακας της τροχαίας ήταν μια τελεία. Το κράνος βουλιαγμένο κάτω από τον ήλιο, οι κλωστές στα χέρια του σπασμένες. Ξαφνικά τον Αναστάση τον έπιασε το στομάχι του. Σταύρωσε τα χέρια του γύρω στη μέση κι έσκυψε το κεφάλι. Τα πλήκτρα της μηχανής δούλευαν σε ρυθμό πολυβόλου. Αμέσως ύστερα, ο γνώριμος πονοκέφαλος σφίχτηκε γύρω στο κεφάλι του σαν αρραβώνας.* Άφησε το στομάχι του κι έπιασε το κεφάλι του. Μα ο πόνος, επιδέξιος ξιφομάχος, τον χτυπούσε ύπουλα στο αφύλαχτο μέρος. Κοίταξε με αγωνία την κοπέλα. Έγραφε ίσια, μονοκόμματη, με τα κλουβισμένα μάτια της σκλαβωμένα πάνω στο χαρτί. Μόνο ο κύλινδρος της μηχανής μετατοπιζόταν ολοένα κι αριστερότερα έχοντας μια τάση να τρυπήσει τον τοίχο και να περάσει στο γραφείο του διευθυντή. Ο Αναστάσης έκανε μερικά βήματα πίσω, κι ήρθε να στηριχθεί πάνω στην πόρτα. Για μερικά δευτερόλεπτα έμεινε εκεί με το πρόσωπο τσαλακωμένο, τα χέρια κλεισμένα σε γροθιές. Ύστερα έκανε απότομη στροφή, άνοιξε την πόρτα κι, αφήνοντάς την ορθάνοιχτη, πετάχτηκε έξω.


[Εκδόσεις Κέδρος]


Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2014

Γ. Ρίτσος - Πραγματικά Χέρια


Αυτός που χάθηκε ανεξήγητα ένα απόγευμα (ίσως
και να τον πήραν) είχε αφήσει στο τραπέζι της κουζίνας
τα μάλλινα γάντια του σα δυο κομμένα χέρια
αναίμακτα, αδιαμαρτύρητα, γαλήνια, ή μάλλον
σαν τα ίδια του τα χέρια, λίγο πρησμένα, γεμισμένα
με το χλιαρόν αέρα μιας πανάρχαιης υπομονής. Εκεί,
ανάμεσα στα χαλαρά, μάλλινα δάχτυλα,
βάζουμε πότε πότε μια φέτα ψωμί, ένα λουλούδι
ή το ποτήρι του κρασιού μας, ξέροντας καθησυχαστικά
ότι στα γάντια τουλάχιστον δεν μπαίνουν χειροπέδες.

Κάλαμος, 15.Χ.72

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

Κινητή Βιβλιοθήκη Ηλιούπολης



Το «Βιβλιο-αυτοκίνητο» δανείζει βιβλία κάθε είδους, τα οποία επιστρέφονται και πάλι σε αυτό.
Όποιος επιθυμεί να δανειστεί γράφεται μέλος της, προσκομίζοντας την ταυτότητα του κι ένα λογαριασμό του ΟΤΕ, για να διαπιστωθεί ότι είναι κάτοικος Ηλιούπολης.

Η πρώτη στάση θα είναι στο Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης Ηλιούπολης στην οδό Λεωφ. Παναγούλη 1, περιοχή Αγίας Μαρίνας.

Η υπηρεσία της «Κινητής Βιβλιοθήκης» είναι μια πρωτοβουλία του Πολιτιστικού Οργανισμού, στο πλαίσιο της αναβάθμισης των υπηρεσιών της Δημοτικής Βιβλιοθήκης και της προσπάθειας για την καλύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών και την ενίσχυση της φιλαναγνωσίας στην πόλη μας.

Το Βιβλιοαυτοκίνητο θα ολοκληρώσει τις διαδρομές του την Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015.


Από 15/10 μέχρι 27/5


στάση εναλλάξ κάθε Τετάρτη στο Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης, στην οδό Λεωφ. Παναγούλη 1 (περιοχή Αγίας Μαρίνας, Ηλιούπολης) και στην Πλατεία Φλέμινγκ  4 μ.μ. - 7 μ.μ.

(Πηγή)





Μ. Ελευθερίου - Τα λόγια και τα χρόνια





Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα
και τους καημούς που σκέπασε καπνός
η ξενιτιά τα βρήκε αδελφωμένα
Κι οι ξαφνικές χαρές που ήρθαν για μένα
ήταν σε δάσος μαύρο κεραυνός
κι οι λογισμοί που μπόρεσα για σένα

Και σου μιλώ σ' αυλές και σε μπαλκόνια
και σε χαμένους κήπους του Θεού
κι όλο θαρρώ πως έρχονται τ' αηδόνια
με τα χαμένα λόγια και τα χρόνια
εκεί που πρώτα ήσουνα παντού
και τώρα μες στο κρύο και στα χιόνια

Η μοίρα κι ο καιρός το 'χαν ορίσει
στον κόσμο αυτό να ρίξω πετονιά
κι η νύχτα χίλια χρόνια να γυρίσει
Στο τέλος της γιορτής να τραγουδήσει
αυτός που δεν εγνώρισε γενιά
και του καημού την πόρτα να χτυπήσει
και του καημού την πόρτα να χτυπήσει
και του καημού την πόρτα να χτυπήσει

Δεν ήτανε ρολόι σταματημένο
σε ρημαγμένο κι άδειο σπιτικό
οι δρόμοι που με πήραν και προσμένω
Τα λόγια που δεν ξέρω σου τα δένω
με τους ανθρώπους που 'δαν το κακό
και το 'χουν στ' όνομά τους κεντημένο

Αυτός που σπέρνει δάκρυα και πόνο
θερίζει την αυγή ωκεανό
μαύρα πουλιά τού δείχνουνε το δρόμο
Κι έχει τη ζωγραφιά κοντά στον ώμο,
σημάδι μυστικό και ριζικό
πως ξέφυγε απ' τον ʼδη κι απ' τον κόσμο


Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2014

Μάσα Καλέκο - Enfant terrible






Η Mascha Kaleko (Μάσα Καλέκο) -το πραγματικό της όνομα ήταν Γκόλντα Μάλκα Άουφεν- υπήρξε γερμανόφωνη ποιήτρια, της οποίας η γραφή εντάσσεται στη κίνηση του «κοινωνικού ρεαλισμού». Γεννήθηκε στις 7 Ιουνίου 1907 στο Chrzanow της Γαλικίας, περιοχή που τότε ανήκε στην Αυστροουγγαρία και σήμερα στην Πολωνία, και πέθανε  στις 21 Ιανουαρίου 1975 στη Ζυρίχη.








 Έχω
Πια μια -
Έχω μια κούκλα
Κλέψει.
Αυτή που ήθελα,
Δεν την απόκτησα ποτέ.
Πέρασαν τρία γενέθλια
Και ύστερα μου πήραν μια με μάτια λουλακιά,
μαλλιά από σελιλόιντ:
συχνά είναι το Παρόμοιο χειρότερο απ΄το Καθόλου.
Τώρα έχω μια
(κλέψει.)






Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2014

Δ. Ραβάνης - Ρεντής - Μικρή Ομάς Αναρχικών


Στον Δημήτρη Ρεντή θα αναφερθώ σε μελλοντική ανάρτηση, που θα μπορώ να αφιερώσω τον χρόνο που αξίζει σε αυτό το σπουδαίο ποιητή. Γιατί μες στους άλλους... έγραφε κι αυτός. 




«Μικρή ομάς αναρχικών εξεμεταλλεύθη...»

Θα βρούνε δυο - τρεις εργάτες να πιάσουν,
πρέπει, οπωσδήποτε,
γιατί οι πολίτες θύμωσαν:
«Τα παιδιά, οι σπουδαστές μας, τα καλύτερα παιδιά μας!»
Γι' αυτό ο νόμος πήρε διαταγή
να μαζέψει κι άλλους εργάτες, πρωί - πρωί.
«Ε, συ! Ταυτότητα!»
Πρέπει ν' αλλάξει η σύνθεση των συλληφθέντων,
να υπάρχουν πολλοί οικοδόμοι, ηλεκτρολόγοι, άνεργοι,
να ξεχάσει ο κόσμος «τα καλύτερα παιδιά μας».
Να φοβηθεί.
Να μαζευτεί.

«Μικρή ομάς αναρχικών
αναμεμειγμένη μεταξύ των σπουδαστών...»

Άρχισε να χιονίζει.


Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2014

Χ. Μίλλερ - Ο Τροπικός του Καρκίνου (αποσπάσματα)




Ξεκίνησα να διαβάζω τον Τροπικό του Καρκίνου, έχοντας ακούσει τόσα πολλά για τον συγγραφέα του και κυρίως για το πόσο βοήθησε να απομυθοποιηθεί η ερωτική λογοτεχνία, οι ρεαλιστικές περιγραφές και η χρήση λέξεων που- ακόμα και σήμερα- σπάνια χρησιμοποιούνται στη λογοτεχνία. Διαβάζοντας αυτό το ογκώδες βιβλίο με τις ατέλειωτες περιγραφές, τις περιπέτειες, τους ακούραστους φίλους του και τις μακροσκελείς εξομολογήσεις του Μίλλερ, δεν ήταν τόσο το Παρίσι που συνήθως συνοδευόταν στο μυαλό μου με ένα αχνό κίτρινο και πότε γκρι χρώμα, ούτε η περίοδος του Μεσοπολέμου, που όλα φάνταζαν απλά και ήρεμα πριν το ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, που με εντυπωσίασε... ήταν όλα αυτά που κουβαλούσε ο συγγραφέας στο κεφάλι του, οι σκέψεις που έκανε- το γεγονός ότι εγώ συν τοις άλλοις ακολουθούσα έναν συγγραφέα, που μοναδική κληρονομιά του ήταν ένα καπέλο, ένα ζευγάρι παπούτσια, μια αλλαξιά, μία γραφομηχανή. Το μοναδικό άπειρο πάνω του ήταν τα χαρτιά στα οποία έγραψε το έργο του. 

[Πληροφορίες: το βιβλίο άρχισε να γράφεται το 1931 και εκδόθηκε το 1934 με τη χρηματική βοήθεια της Αναΐς Νιν. Το 1939 ο Χένρι Μίλλερ εγκαταλείπει το Παρίσι, αφού δημοσιεύθηκε και το δεύτερο βιβλίο του "Ο Τροπικός του Αιγόκερω". Ωστόσο, στις ΗΠΑ τα έργα του δεν εκδίδονται νωρίτερα από το 1960.] 


~ ~ ~

Υπάρχουν μέρες, μολαταύτα, με τον ήλιο να λάμπει κι εμένα να βγαίνω απ’τα συνηθισμένα μονοπάτια και να τη λαχταρώ σαν τρελός. Μια στις τόσες, παρά την αλαμπή μου ικανοποίηση, κάθομαι και σκέφτομαι έναν άλλο τρόπο ζωής, κάθομαι και αναρωτιέμαι μήπως θα ήταν αλλιώτικα τα πράγματα αν είχα ένα νεαρό, σφριγηλό, αεικίνητο πλάσμα στο πλάι μου. Το πρόβλημα είναι ότι μετά βίας θυμάμαι πώς είναι η όψη της ή, ακόμα, πώς είναι να τη σφίγγω στην αγκαλιά μου. Όλα όσα ανήκουν στο παρελθόν φαίνεται να έχουν καταποντιστεί – έχω αναμνήσεις, αλλά οι εικόνες έχουν χάσει τη ζωντάνια τους, μοιάζουν νεκρές και ασύνδετες, σαν μούμιες φαγωμένες απ’το χρόνο και κολλημένες σ’ ένα τέλμα. Κάθε που πασχίζω ν’αναθυμηθώ τη ζωή μου στη Νέα Υόρκη, το μόνο που φτάνει στο μυαλό μου είναι θραύσματα γεμάτε σκλήθρες, εφιαλτικά και καλυμμένα με χαλκοπράσινη σκουριά. Φαίνεται πως η κανονική μου ύπαρξη είχε φτάσει σ’ένα κάποιο τέρμα, αλλά πού ακριβώς δεν μπορώ να το προσδιορίσω. Δεν είμαι Αμερικανός πια, μήτε Νεοϋορκέζος, κι ακόμα λιγότερο Ευρωπαίος, ή έστω Παριζιάνος. Δεν έχω καμία υπηκοότητα, ευθύνη καμιά, μήτε μίση, μέριμνες, διόλου προκαταλήψεις, πάθη μηδέν. Δεν είμαι υπέρ, δεν είμαι και κατά. Είμαι ουδέτερος.

Είναι αδύνατον να κοιτάξεις έστω και μια γωνίτσα των ονείρων του δίχως να αισθανθείς το φούσκωμα του κύματος και τη δροσιά του αφρού. Κι αυτός, ο Ματίς, στο δοιάκι να στέκει ατενίζοντας με ακλόνητα γαλάζια μάτια το χαρτοφυλάκιο του χρόνου. Ω, σε τι αλαργινές γωνιές έχει ρίξει τη μακριά, λοξή ματιά του! Κοιτάζοντας πέρα από το αχανές ακρωτήριο της μύτης του έχει δει τα πάντα – τις Κορδιλιέρες που πέφτουν μες στον Ειρηνικό, την ιστορία της Διασποράς όπως είναι αποτυπωμένη στην περγαμηνή, φωτοφράκτες να μελωδούν με το θρόισμα της ακρογιαλιάς, το πιάνο να καμπυλώνει σαν κοχύλι, στεφάνες ανθέων να αναδίνουν διαπασών φωτός, χαμαιλέοντες να συστρέφονται σπασμωδικά κάτω από το βάρος βιβλίων, σεράγια ν’αφανίζονται αφήνοντας ωκεανούς κονιορτού, μουσική να ξεχύνεται σαν φωτιά μέσα από την κρυμμένη χρωμόσφαιρα της οδύνης, σπόρια και μικροοργανισμοί να γονιμοποιούν τη γη, ομφαλοί να εμέσσουν τους λαμπρούς γόνους της αγωνίας… Είναι ο έξοχος σοφός, ένας μάντης χορευτής που, με μια κίνηση του χρωστήρα, αφαιρεί το άσχημο ικρίωμα όπου το σώμα του ανθρώπου είναι αλυσοδεμένο από τα αδιάσειστα γεγονότα της ζωής. Αυτός είναι, ναι αυτός, αν κάποιος σήμερα έχει το χάρισμα, αυτός γνωρίζει πού να διαλύσει μιαν ανθρώπινη μορφή, αυτός έχει το σθένος να θυσιάσει μιαν αρμονική γραμμή προκειμένου να ανιχνεύσει το ρυθμό και το μουρμουρητό του αίματος, αυτός παίρνει το φως που έχει διαθλαστεί εντός του και το αφήνει να πλημμυρίσει την παλέτα των χρωμάτων.

Τα πάντα είναι γκρίζα, μακάβρια, σφύζουν από ευθυμία, πρησμένα από μέλλον, σαν φλεγμονή στα ούλα. Μεθυσμένος από τούτο το έκλυτο έκζεμα του μέλλοντος, τρεκλίζω ίσαμε την πλατεία Βιολέ, τα χρώματα να είναι ιώδη όλα και φαιοκύανα, τα ανώφλια τόσο χαμηλά ώστε μονάχα νάνοι και καλικάντζαροι μπορούν χωλαίνοντας να μπουν∙ πάνω από το μουντό κρανίο του Ζολά, οι καμινάδες ξερνάνε καθαρή κοκαΐνη, ενώ η Παναγία των Σάντουιτς αφουγκράζεται με αυτιά σαν λάχανα το κόχλασμα των δεξαμενών του αερίου, αυτά τα όμορφα, παραφουσκωμένα βατράχια που κάθονται ανακούρκουδα στην άκρη του δρόμου.

Είμαι απάνθρωπος! Το λέω μ’ένα τρελό παραισθησιακό χαμόγελο, και θα συνεχίσω να το λέω ο κόσμος να χαλάσει. […] Πλάι πλάι με την ανθρώπινη φυλή οδεύει και μια άλλη ράτσα όντων, η ράτσα των απάνθρωπων, η ράτσα των καλλιτεχνών που, κεντρισμένοι από άγνωστες παρορμήσεις, παίρνουν τη δίχως ζωή μάζα της ανθρωπότητας και, με τον πυρετό και τον αναβρασμό που της προσδίδουν, μετατρέπουν αυτή τη λασπώδη ζύμη σε άρτο, και τον άρτο σε οίνο, και τον οίνο σε τραγούδι. Από το νεκρό κοπρόχωμα και την αδρανή σκωρία, οι καλλιτέχνες γεννάνε ένα τραγούδι που μεταδίδεται και μολύνει. Βλέπω αυτή την άλλη ράτσα να λεηλατεί το σύμπαν, να ανατρέπει τα πάντα, ενώ τα πόδια τους κινούνται πάντα μες στο αίμα και στα δάκρυα, τα χέρια τους είναι πάντα αδειανά, πάντα πασχίζουν το πέραν να αδράξουν, τον Θεό που είναι τόσο απροσπέλαστος. […] Βλέπω πως όταν ξεριζώνουν τα μαλλιά τους στην προσπάθεια τους να καταλάβουν, να κατακτήσουν αυτό που μένει πάντα απρόσιτο, βλέπω πως όταν αλαλάζουν σαν τρελαμένα τέρατα και ξεσκίζουν και ξεκοιλιάζουν, βλέπω ότι αυτό είναι το σωστό, ότι δεν υπάρχει άλλη ατραπός ν’ακολουθήσεις. […] Όλα τα υπόλοιπα είναι κίβδηλα, όλα τα υπόλοιπα είναι ανθρώπινα. Όλα τα υπόλοιπα ανήκουν στη ζωή και την αζωία.

Σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες περιπλανήθηκα, και στον Καναδά, και στο Μεξικό. Η ίδια ιστορία παντού. Αν θες ψωμί, πρέπει ν’αφήσεις να σε ζέψουν, να μπεις στην κρεατομηχανή. Σε όλο τον πλανήτη, μια γκρίζα έρημος, ένα χαλί από ατσάλι και τσιμέντο. Η Παραγωγή! Όλο και περισσότερες βίδες και παξιμάδια, όλο και περισσότερο συρματόπλεγμα, όλο και περισσότερες σκυλοτροφές, όλο και περισσότερες μηχανές για να κουρεύεις το γκαζόν, όλο και περισσότερα ρουλεμάν, όλο και περισσότερα εκρηκτικά, όλο και περισσότερα άρματα μάχης, όλο και περισσότερα δηλητηριώδη αέρια, όλο και περισσότερο σαπούνι, όλο και περισσότερες οδοντόκρεμες, όλο και περισσότερες εφημερίδες, όλο και περισσότερη εκπαίδευση, όλο και περισσότερες εκκλησίες, όλο και περισσότερες βιβλιοθήκες, όλο και περισσότερα μουσεία. Εμπρός! Ο χρόνος πιέζει. Το έμβρυο σπρώχνει το στόμιο της μήτρας, και δεν υπάρχει μήτε στάλα σάλιο να διευκολύνει την έξοδό του. Μια στεγνή στραγγαλιστική γέννα. Μήτε κλάμα μήτε τιτίβισμα. Salut au monde! Χαιρετισμός από είκοσι ένα κανόνια που βροντάνε από το απευθυσμένο.

Σκεφτόμουν όλο εκείνο τον καιρό που είχα χαραμίσει για να διαβάζω Βιργίλιο ή να τσαλαβουτάω σε ακατανόητες παρλαπίπες όπως το Χέρμαν και Δωροθέα. Τι παραφροσύνη! Μάθηση, αυτή η άδεια ψωμιέρα! Σκέφτηκα τον Καρλ που ξέρει να απαγγέλει τον Φάουστ από το τέλος προς την αρχή, που ποτέ δεν γράφει ένα βιβλίο δίχως να εγκωμιάσει παράφορα τον αθάνατο, αδιάφθορο Γκαίτε του. Κι ωστόσο, δεν έχει νου και γνώση να βάλει καμιά πλούσια να του αγοράσει μια αλλαξιά εσώρουχα. Υπάρχει κάτι το αισχρό σ’αυτή ην αγάπη για το παρελθόν που καταλήγει στις ουρές των απόρων και στα αμπριά. Υπάρχει κάτι αισχρό σ’αυτόν τον πνευματικό γκανγκστερισμό που επιτρέπει σ’έναν ηλίθιο να ραντίζει με αγιασμό τις Μεγάλες Βέρθες, και τα πανίσχυρα θωρηκτά, και τα τρομερά εκρηκτικά. Κάθε άνθρωπος με υπερβολική δόση κλασικών σπουδών είναι ένας εχθρός της ανθρώπινης φυλής. 

[Εκδόσεις Μεταίχμιο]


Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

Από την Παλαιστίνη με αγάπη...




Το ποίημα το έγραψε η  Rafeef Ziadah σαν απάντηση όταν ένας δημοσιογράφος την ρώτησε: "Δεν πιστεύετε ότι όλα θα είχαν επιλυθεί αν σταματούσατε να διδάσκετε στα παιδιά σας το μίσος;" Κι όλα αυτά τη στιγμή που ο πόλεμος στη Γάζα είχε ξεκινήσει για μία ακόμη φορά. 

~ ~ ~

ΔΙΔΑΣΚΟΥΜΕ ΖΩΗ, ΚΥΡΙΕ 

Σήμερα το σώμα μου ήταν μια τηλεοπτική σφαγή
Σήμερα το σώμα μου ήταν μια τηλεοπτική σφαγή που έπρεπε να χωρέσει στο ηχητικό και το όριο λέξεων
Σήμερα το σώμα μου ήταν μια τηλεοπτική σφαγή που έπρεπε να χωρέσει στο ηχητικό και στο όριο λέξεων που ήδη είχε ξεπεραστεί με στατιστικούς υπολογισμούς του μέτρου ανταπόκρισης
Τελειοποίησα τα αγγλικά μου και έμαθα όλα τα ψηφίσματα του ΟΗΕ
Αλλά και πάλι, με ρώτησε, δεσποινίς Ziadah, δεν νομίζετε ότι όλα θα είχαν λυθεί αν απλά σταματούσατε να διδάσκετε τόσο μίσος στα παιδιά σας;

Παύση

Ψάχνω μέσα μου για τη δύναμη να δείξω υπομονή, αλλά η υπομονή δεν βρίσκεται στην άκρη της γλώσσας μου τη στιγμή που οι βόμβες πέφτουν στη Γάζα
Η υπομονή μόλις μου ξέφυγε
Παύση. Χαμόγελο.
Διδάσκουμε ζωή, κύριε.
Rafeef, μην ξεχνάς να χαμογελάς.

Παύση

Διδάσκουμε ζωή, κύριε
Εμείς, οι Παλαιστίνιοι, διδάσκουμε ζωή όταν αυτοί έχουν καταλάβει και τον τελευταίο ουρανό
Διδάσκουμε ζωή, αφού μετά τον τελευταίο ουρανό, έχτισαν τους εποικισμούς τους και τα τείχη του Απαρτχάιντ
Διδάσκουμε ζωή, κύριε

Αλλά σήμερα το σώμα μου ήταν μια τηλεοπτική σφαγή, στριμωγμένο ώστε να χωράει στο ηχητικό και στο όριο λέξεων
Και απλά πέστε μας μια ιστορία, μια ανθρώπινη ιστορία
Βλέπετε, δεν είναι πολιτικό το θέμα
Θέλουμε απλά να πούμε στους ανθρώπους για σας και τον λαό σας, οπότε πείτε μας μια ανθρώπινη ιστορία
Μην πείτε τις λέξεις “απαρτχάιντ” και “κατοχή”
Το θέμα δεν είναι πολιτικό
Πρέπει να με βοηθήσετε, ως δημοσιογράφο, να σας βοηθήσω να πείτε την ιστορία σας που δεν είναι πολιτική

Σήμερα, το σώμα μου ήταν μια τηλεοπτική σφαγή
Μήπως να μας πείτε την ιστορία για τη γυναίκα από τη Γάζα που χρειάζεται φάρμακα;
Μήπως εσείς;
Έχετε αρκετά σπασμένα κόκκαλα για να καλύψετε τον ήλιο;
Παραδώστε μου τους νεκρούς σας και δώστε μου τη λίστα με τα ονόματα τους με όριο τις 1200 λέξεις
Σήμερα, το σώμα μου ήταν μια τηλεοπτική σφαγή που έπρεπε να χωρέσει στο ηχητικό και στο όριο λέξεων και να συγκινήσει όσους έχουν αναισθητοποιηθεί απέναντι στο αίμα των τρομοκρατών
Αλλά λυπήθηκαν
Λυπήθηκαν για τις αγελάδες πάνω από τη Γάζα
Κι έτσι, τους δίνω ψηφίσματα του ΟΗΕ και στατιστικές και καταδικάζουμε και θρηνούμε και απορρίπτουμε
Κι αυτές οι δύο πλευρές δεν είναι ισότιμες: κατακτητής και κατακτημένος
Και εκατό νεκροί και διακόσιοι νεκροί και χίλιοι νεκροί
Και ανάμεσα έγκλημα πολέμου και σφαγή, και εξαπολύω λέξεις και χαμογελάω “όχι εξωτική”, χαμογελάω “όχι τρομοκράτης”
Και ξαναμετράω, ξαναμετράω, εκατό νεκροί, χίλιοι νεκροί

Υπάρχει εκεί έξω κανείς;

Θα ακούσει κανείς;

Μακάρι να μπορούσα να θρηνήσω εκεί τα σωματά τους
Μακάρι να μπορούσα να τρέξω ξυπόλυτη σε κάθε καταυλισμό προσφύγων και να αγκαλιάσω κάθε παιδί, να του κλείσω τ΄αυτιά ώστε να μην αναγκάζεται να ακούει τους ήχους από τις βόμβες για το υπόλοιπο της ζωής του, σαν κι εμένα

Σήμερα, το σώμα μου ήταν μια τηλεοπτική σφαγή
Και ακούστε να σας πω,
Τίποτε δεν έκαναν ποτέ τα ψηφίσματα του ΟΗΕ γι’αυτό
Και κανένα ηχητικό, κανένα ηχητικό, κανένα ηχητικό δε θα τους φέρει πίσω
Κανένα ηχητικό δεν μπορεί να διορθώσει την κατάσταση

Διδάσκουμε ζωή, κύριε

Διδάσκουμε ζωή, κύριε

Εμείς, οι Παλαιστίνιοι, ξυπνάμε κάθε πρωί για να διδάξουμε όλο τον υπόλοιπο κόσμο ζωή.




(ελεύθερη απόδοση στα ελληνικά Jaquou Utopie)


Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2014

Ι. Καρυστιανή - Κουστούμι στο χώμα (απόσπασμα)


Κυριακή, 16 Αυγούστου, ο δαχτυλιδομέσης ψηλέας, μαχμουρλής αν και κόντευε μεσημέρι, γέμισε ξέχειλα δυο τσικουδοπότηρα, τσούγκρισε, ήπιε το ένα κι έχυσε το δεύτερο στο καφτό μάρμαρο στον τάφο του πατέρα του, είχε πάει να τον αποχαιρετήσει. 
Τα δέντρα έφυγαν, οι δρόμοι έφυγαν, τα σπίτια έφυγαν, ερημώνουμε, είχε γράψει το 1970 στο Λίνκολν Ιλλινόις ο μακαρίτης, ζητώντας από την κουνιάδα του Αθανασία να αναλάβει τη φροντίδα του μοναχογιού του και φιλιότσου της, επιστολή που ο Κυριάκος είχε βρει μόλις προ τριμήνου, όταν δέησε να ξεσκαρτάρει τη νάιλον σακούλα όπου η νονά φυλούσε τις αλληλογραφίες. Αθανασία, ευχές για ένα χριστιανικό Πάσχα, Αθανασία, χρόνια πολλά για την ονομαστική σου εορτή, ανάκατες οι κάρτες του σογιού με κάρτες από επαρχιακά καζίνα, ξενοδοχεία τρίτης κατηγορίας στο Μαϊάμι, φυλλάδια από την Αδελφότητα Κρητών Σικάγου και ημερολόγια τσέπης από το Σύλλογο Κρητών "Μίνως" Νέας Υόρκης.
Ο Κυριάκος Ρουσιάς κρέμασε στο σταυρό του τάφου τον παναμά του μ' έναν καντιφέ περασμένο στη μαύρη κορδέλα, τα δέντρα έφυγαν, μπαμπά, μονολόγησε, αλλά τα τελευταία χρόνια πάει καλά η γιαλιά, ήρθε η Γερμανία, ήρθε η Σουηδία, πέσανε λεφτά, τα οικοπεδάκια σου, μπαμπά, πήρανε αξία.
Μικρός ένιωθε ότι απογοήτευε τον πατέρα του γιατί δεν του έμοιαζε, εκείνος, πότε σκέτη αταραξία, αναισθησία, ασυγκινησία, πότε νεφεληγερέτης Ζευς, που γουδοκοπάνιζε τα πλάσματα του σπιτιού και το βλαστημίδι πήγαινε σύννεφό. 

Ο ίδιος, λεπτοκόκαλος σαν άδειο αραχνοϋφαντο κουστουμάκι, φοβόταν τα αρειμάνια ένοπλα ασκυφιωτάκια, ανωπολιτάκια και λοιπά παλικαράκια, βούλωνε τα αυτιά στα καφενεία, να μην ακούει τις λαϊκές ρίμες για τα παλικάρια τω Σφακιώ που άδικα θα χαθούσι και τα Σφακιά παράδικα ήθελε σκλαβωθούσι κι όταν νόμιζε πως θα τον κάψει ο πυροκοκκινισμένος ουρανός, έψαχνε να χώσει το χεράκι του στην ασφάλεια της πατρικής παλάμης, να ατενίζει και να ξύνει την τρύπα στο βαρύ δαχτυλίδι του μπαμπά του, απ΄ όπου είχε ξεκολλήσει και χαθεί η ρουμπινί δαχτυλιδόπετρα.
Μεγάλωσε μακριά. Με τον πατέρα του δεν είχε κάνει ποτέ τη συνηθισμένη μεταξύ αντρών κουβέντα, αφού αποπιούν τον καφέ κάτω από τον πρίνο, με τα χέρια στις τσέπες να περπατήσουν πλάι πλάι στα κατσοπρίνια της μαδάρας και να υπολογίσουν τι συμφέρει στην τσέπη, να ξεπουλήσουν τα αμπέλια και να χτίσουν κάτω στο Λιβυκό, να βάλουν πατάτα ή άνυδρη ντομάτα, να επενδύσουν σε τρακτέρ ή καινούργιο αγροτικό.
Αυτά ήθελε να κουβεντιάσει. Οι είκοσι πέντε ημέρες στον γενέθλιο ορεινό όγκο και η μία νύχτα, ξημερώνοντας της Παναγίας, είχαν καλύψει το άλλο θέμα.
Ακούσιος εκπατρισμένος, εκούσιος λιποτάχτης επί είκοσι οχτώ χρόνια ένιωθε αποστροφή για το έμπυο απόστημα των οικογενειακών, για τους κρημνοδίαιτους ομορφάντρες, οι ίδιοι θύτες ένα Απρίλη, οι ίδιοι θύματα έναν Μάη. Τον εξουθένωναν και οι βαρυπενθούσες που εναντιολογούσαν με λέξεις ή με ένα μάτι πετροκάρβουνο, που αργούσε να ανάψει και μετά δεν έλεγε να σβήσει. Καλιά 'ναι η μάνα του φονιά παρά του σκοτωμένου, λέγαν, η μάνα των διδύμων ήταν και τα δύο.

Για τον Κυριάκο Ρουσιά του Λίνκολν Ιλλινόις, της Νέας Υόρκης, του Σικάγου, της Φιλαδέλφειας και του Φρέντερικ όλα αυτά τα χρόνια ο λογαριασμός ήταν κλειστός. Τον άνοιξε τον Αύγουστο του '98. Όχι για να σκοτώσει τον φονιά του πατέρα του, μπα.
Στα σαράντα τρία του, δε γινόταν να κλείνει ακόμη τα μάτια και να αρνείται την πραγματικότητα, χρειαζόταν ανοιχτό το λογαριασμό με τους ζωντανούς και τους πεθαμένους του, με το μακρύ νήμα των αναμνήσεων, που άλλοτε θέρμαιναν και άλλοτε κρύωναν την καρδιά του.
Η ημέρα ήταν διαυγής και οι εικόνες έρχονταν στα μάτια του πεντακάθαρες, η καμένη του γιαγιά ντυμένη με κίτρινη τουαλέτα να σεργιανάει στους αγγελοφύλακτους φάραγγες και η λαβή του μαχαιριού να εξέχει από το τσαντάκι της, η γιαγιά του κοντού να σαλιώνει δύο δάχτυλα και να πιέζει τα βλέφαρα του σκοτωμένου αντρός της να κλείσουν καλά, γιατί μάτια ανοιχτά σήμαιναν πως ο νεκρός θα έπαιρνε μαζί του κι άλλον από το ίδιο σπίτι, οι τρεις αδερφές του ξεμανίκωτες, ξαπλωμένες ανάσκελα στον παπαρουνόκαμπο να τον πιλατεύουν με αινίγματα, σιδερένιο τ' άλογο, μπαμπακερή η καρδιά του και, ακόμη και στο χουζούρι, να κοιτούν εξεταστικά γύρω τον ορίζοντα, αν παρέμενε άδειος.
Αγαπώ τις παπαρούνες γιατί μαδούνε μόνες τους, δε θέλουνε σαν τις μαργαρίτες να τις ξεπεταλώνεις, έλεγε εκεί στα δεκάξι ή στα δεκαεφτά της η Αντιγόνη, είχε ξεπεταλώσει μια χρονιά όλο το κίτρινο χωράφι της καμένης, μ' αγαπά δε μ' αγαπά, δεν την αγαπούσε ο τύπος που της άρεσε, έφυγε ναυτικός και δεν ξαναφάνηκε.

(Καστανιώτης, 2000)


Σ. Μπεκιώτη - Οι Γενναιόδωροι


Στην τελευταία σελίδα, πίσω- πίσω και κρυμμένη από τη γλυκύτητα των 23 χρονών έγραψε: 

Γάζες στα χέρια και τα πόδια.
Βούρδουλας.
Στραβωμένα κόκκαλα. 
Σκυλοτροφή.
"Φάτε με τα μουσούδια σας!"
Στρατόπεδα πορνείας. 
Οίκοι ανοχής που φύτρωναν
σαν μανιτάρια.
Μωβ γωνίες.
Καταναγκαστική εργασία, απλήρωτη.
Λύτρα της προδοσίας: αξόφλητα.
Ποτέ μη μας ξοφλήσετε.
Μια χάρη μόνο και πατσίσαμε:
Χαθείτε από μπροστά μας. 

(Από τη συλλογή Βήματα) 


Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014

Κ. Αγγελάκη- Ρουκ - Για την ποίηση

(Aπό τη συλλογή "ο θρίαμβος της απώλειας")

Στον Α.Φ.


Απαντώ στη φωνή σου
στους ανάλαφρους τόνους της ηλικίας σου:
το ποίημα δεν ειν' αυτά που είπαμε 
ούτε τα λίγ' ακόμη που θα ζήσω.
Δεν ειν' αυτά που μου 'δειξες αμίλητος
σα να μην ήτανε δικά σου ουτ' η δική μου
ένδεια
μπρος στους κήπους.
Κοίτα,
η λέξη μόνο βγαίνει
από τη λέξη
κι η ιδιοσυγκρασία της αναβλύζει
ολόκληρη
σα φύση.
Αποτυχαίνω στην ποίηση
όταν συγκεντρώνομαι στην
αιώνια έκφραση
του πρόσκαιρου
καί πληγωμένη
φτιάχνω τά προπλάσματα
της ανημποριάς μου.
Όμως όταν
το μέλλον με χόρτα
με νεύματα, νέφη και στάχτες 
όπως παλιά οι ζωώδεις φύσεις
των ποιητών 
τότε τ' ανάποδα άσπρα μάτια μου
ανθίζουν σαν βολβοί
και γίνονται χρησμοί
οι ελαφροί σου κυνισμοί
της νύχτας.